Αρταίων
Δημοτικές Ενότητες
ΚΕΠ Πλατεία Κρυστάλλη 2681360214, 2681360209 d.artaion@kep.gov.gr
ΚΕΠ Κέντρο (Πρώην Ψαροπλιά) 2681362506, 2681362502 n.artis@kep.gov.gr

Λίγες Πληροφορίες...

Η Δημοτική Ενότητα Αρταίων του Δήμου Αρταίων αποτελείται από 4 τοπικές κοινότητες και έχει συνολικό πληθυσμό 23.863 κατοίκους (απογραφή 2011).

Τοπική Κοινότητα Πρόεδρος Πληθυσμός
Αρταίων Καραμπίνας Αντώνιος 24.725
 Άρτα 22.390 
Ελεούσα  908 
Άγιοι Ανάργυροι 721 
Γλυκόρριζο 295
Αγία Τριάδα 148 
 Μαραθοβούνι 104
Μονή Γεννήσεως Θεοτόκου 85 
 Άγιος Γεώργιος Γλυκορρίζου 74  
Κωστακιών Πετανίτης Νικόλαος 1564
Κωστακιοί 1.462
Θανασαίικα 32 
Συγγουνέικα 70
Κεραματών Κατσαρός Δημήτριος 403
Κεραμάτες 403 
Λιμίνης Χαλμαντζής Ιωάννης 344
Λιμίνη 334

Η Δημοτική Πινακοθήκη Άρτας «Γ. Μόραλης » εγκαινιάστηκε το Δεκέμβριο του 2010 και στεγάζεται στο ανακαινισμένο κτίριο της πρώην Πυροσβεστικής, στην οδό Νικ. Πλαστήρα, αρ. 13. Διαθέτει δυο κεντρικές αίθουσες, εκ των οποίων η μία φιλοξενεί τη μόνιμη συλλογή και η άλλη τις περιοδικές εκθέσεις.

Η μόνιμη συλλογή της πινακοθήκης περιλαμβάνει έργα, κυρίως σύγχρονων επώνυμων Ελλήνων καλλιτεχνών όπως οι Μυταράς, Μπότσογλου, Πατρασκίδης, Ψυχοπαίδης, Μήλιος κά, καθώς και ορισμένων ξένων.

Η συνεχής διοργάνωση περιοδικών εκθέσεων , ο εμπλουτισμός της ήδη υπάρχουσας μόνιμης συλλογής, οι ξεναγήσεις , τα εκπαιδευτικά προγράμματα αποτελούν μερικές από τις υπηρεσίες της Πινακοθήκης που έχει ως απώτερο σκοπό την ανάπτυξη της εικαστικής παιδείας και τη διαρκή και ενεργή παρουσία της στην πολιτιστική δραστηριότητα της πόλης μας.

Οι περιοδικές εκθέσεις που έχουν λάβει χώρα στην Πινακοθήκη μέχρι τώρα έχουν ανοίξει δίοδο γνωριμίας του κοινού της Άρτας με την τέχνη και γενικότερα, έχουν διευκολύνει τη συνεχή προσέγγιση του πολιτισμού. Ενδεικτικά θα μπορούσαν να αναφερθούν εικαστικά δρώμενα και σημαντικοί καλλιτέχνες που έχουν εκθέσει στην Πινακοθήκη όπως ο Βασίλειος Σταύρου, οι μαθητές του Μόραλη Απόστολος Τσιρογιάννης& Δημήτρης Ράτσικας, πολλοί καλλιτέχνες απόφοιτοι Α.Σ.Κ.Τ., η Εύα Μελά- πρόεδρος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας, ο Θεόδωρος Παπαγιάννης (καθηγητής της Α.Σ.Κ.Τ.) με την έκθεση γλυπτών του ‘Η Πομπή’, ο Κωστής Σχιζάκης σε συνεργασία με το Μουσείο Εικαστικών Τεχνών Ηρακλείου Κρήτης, ο Κώστας Μπαλάφας με έκθεση φωτογραφιών του, κ.ά.

Περισσότερες Πληροφορίες

Το 1973 ιδρύθηκε η Αρχαιολογική Συλλογή Άρτας που στεγάστηκε στην ανακαινισμένη Τράπεζα της Μονής Παρηγορήτισσας. Η συλλογή αυτή περιελάμβανε ευρήματα από την Άρτα και την ευρύτερη περιοχή. Ωστόσο, ο τεράστιος όγκος των κινητών ευρημάτων από τις σωστικές ανασκαφικές έρευνες των τελευταίων δεκαετιών του 20ου αιώνα κατέστησε επιτακτική την ανάγκη ίδρυσης Αρχαιολογικού Μουσείου στην πόλη, τόσο για την παρουσίαση – έκθεση των σημαντικότερων από αυτά, όσο και για την ασφαλή φύλαξη των υπολοίπων. Έτσι, το 2009 λειτούργησε το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Άρτας που βρίσκεται κοντά στον ποταμό Άραχθο και το ιστορικό γεφύρι.

Η οργάνωση της μόνιμης έκθεσης του μουσείου βασίστηκε σε σύγχρονες μουσειολογικές αντιλήψεις που προβάλλουν την καθημερινότητα και τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας της αρχαίας πόλης. Η μουσειακή αφήγηση σκιαγραφεί την ιστορική διαδρομή της Αμβρακίας μέσω τριών κύριων ενοτήτων. Η πρώτη ενότητα είναι αφιερωμένη στο δημόσιο βίο, η δεύτερη, στα ταφικά έθιμα και η τρίτη, την ιδιωτική ζωή. Τέλος, υπάρχουν άλλες δύο μικρότερες ενότητες, η «εισαγωγή στην έκθεση» με ευρήματα των προϊστορικών και πρώιμων χρόνων και «το τέλος της Αμβρακίας» με ευρήματα σχετικά με την τελευταία εποχή της κορινθιακής αποικίας.

Περισσότερες Πληροφορίες

Ο λόφος της Περάνθης αποτελεί το περιαστικό δάσος της Άρτας, ένα ιδανικό μέρος για να περπατήσεις, να τρέξεις, να ποδηλατήσεις και να εξερευνήσεις.

Ο λόφος Περάνθη είναι ένας γεωλογικός σχηματισμός, στις παρυφές του οποίου βρίσκεται χτισμένη η πόλη της Άρτας και αποτελεί το φυσικό σύνδεσμο των παράκτιων υγροτόπων του Αμβρακικού με τον ορεινό όγκο των Τζουμέρκων. Ο λόφος είναι επίσης γνωστός και ως Βαλαώρα ή Πετροβούνι.

Η πρόσβαση στην κορυφή του λόφου είναι εφικτή μέσω της επαρχιακής οδού Άρτας – Κομμένου, από την πλευρά του Δημοτικού Σταδίου Άρτας όπως και από τον παράπλευρο της Εθνικής Αντιρίου-Ιωαννίνων, στο ύψος του κολυμβητηρίου ενώ υπάρχει και η δυνατότητα πρόσβασης μέσω των χωριών Λιμίνη και Περάνθη. Καθημερινά, το Αστικό ΚΤΕΛ Άρτας, εκτελεί δρομολόγια από και προς το νοσοκομείο της πόλης, το οποίο βρίσκεται στην κορυφή του λόφου.

Περισσότερα

Το Παραποτάμιο Μητροπολιτικό Πάρκο έχει έκταση 165, περίπου στρέμματα και βρίσκεται δίπλα στον ποταμό Άραχθο, στην ανατολική άκρη της πόλης, πίσω από την πλατεία Κρυστάλλη (σταθμός ΚΤΕΛ).

Η λίμνη γύρω από την οποία διαμορφώθηκε το πάρκο είναι τεχνητή. Η δημιουργία της αποφασίστηκε για να επιλυθούν προβλήματα άρδευσης και παροχής ηλεκτρικής ενέργειας σε συνάρτηση με την υποστήριξη του φράγματος Πουρναρίου, που κατασκευάστηκε το 1975 με σκοπό την αξιοποίηση υδάτινων πόρων του ποταμού Αράχθου. Έτσι, το 2000 η ΔΕΗ ανέλαβε να χρηματοδοτήσει και να διαμορφώσει τη λίμνη και το παραποτάμιο πάρκο ως χώρο ανάπλασης και αναψυχής. Στο έργο συνέβαλε αργότερα και ο Δήμος Αρταίων.

Σήμερα η λίμνη αποτελεί ένα μικρό οικοσύστημα που έχει μεταμορφώσει μια, πρώην άχαρη περιοχή στην πλευρά αυτή της πόλης. Δίπλα στο ποτάμι και γύρω από τα τη λίμνη το πάρκο αποκτά φυσικό κάλος, που τα δειλινά ενισχύεται με τα χρώματα και τις αντανακλάσεις τους στα νερά. Τα διάφορα είδη που διαβιούν στη λίμνη (το ψάρεμα απαγορεύεται) μαζί με τις χήνες στις όχθες της συνθέτουν ένα ζωντανό υδροβιότοπο και ένα ευχάριστο περιβάλλον για βόλτα και αναψυχή.

Στο Παραλίμνιο πάρκο συναντά κανείς ποικίλους επισκέπτες. Από ανέμελες παρέες ή πεζοπόρους , περιπατητές και ποδηλάτες, μέχρι, παιδιά που παίζουν ή ταΐζουν τις χήνες και ηλικιωμένους που κάνουν τη βόλτα τους απολαμβάνοντας τη γαλήνη. Δε λείπουν και εκείνοι που συνοδεύουν στον περίπατό τους το κατοικίδιο ζώο τους και άλλοι που με τη φωτογραφική τους μηχανή αποτυπώνουν εικόνες, εκμεταλλευόμενοι την όμορφη θέα της λίμνης και του ποταμού .
Στο χώρο του πάρκου έχουν πραγματοποιηθεί πολιτιστικές εκδηλώσεις και οικολογικές δράσεις. Για παράδειγμα το 2013 το πάρκο ήταν ο τόπος αφίξεως της ποδηλατοδρομίας που πραγματοποιήθηκε για την έναρξη του εφτάωρου μουσικού event «Urban Bike Music Festival». Το 2017 ο πολιτιστικός σύλλογος “Σκουφάς” σε συνεργασία με το Δήμο Αρταίων οργάνωσε στο πάρκο τον εορτασμό της Καθαράς Δευτέρας με τα Κούλουμα. Επίσης, στο Παραλίμνιο είχε πραγματοποιήσει εκδηλώσεις η μουσική παρέα “Krotal Arta”, μία ομάδα μουσικών που χρησιμοποιούν αποκλειστικά και μόνο κρουστά όργανα, δημιουργώντας πρωτότυπους και μοναδικούς ήχους.

Εκτός από τις εκδηλώσεις πολιτισμού στο πάρκο δραστηριοποιήθηκε , το 2014 η πανελλαδική εθελοντική οργάνωση «Let’s do it Greece» με τη συνεργασία του Δήμου Αρταίων και του Ερυθρού Σταυρού του τμήματος Άρτας, με στόχο την καθαριότητα του Παραλιμνίου. Έκτοτε μαζεύονται δεκάδες εθελοντές φροντίζοντας για την καθαριότητα της περιοχής.

Το Παραποτάμιο Πάρκο της Άρτας, παρόλο που επιδέχεται παραπέρα υποδομές, έχει τις προδιαγραφές ενός πάρκου αναψυχής σαν αυτά που συναντά κανείς στις πόλεις του κόσμου όπου οι κάτοικοι μπορούν να αποδράσουν για λίγο από το βουητό και τη ρουτίνα ή ακόμη να οργανώσουν ποικίλες εκδηλώσεις. Με αυτή τη έννοια, άλλωστε ονομάστηκε «Μητροπολιτικό».

Περισσότερα

Στην αριστερή όχθη του Αράχθου, δίπλα από το ιστορικό γεφύρι της Άρτας, βρίσκεται ο «πλάτανος του Αλή Πασά». Από το 1976 ο υπεραιωνόβιος πλάτανος έχει ανακηρυχθεί «διατηρητέο φυσικό μνημείο».

Ο βυζαντινός Ναός του Αγίου Βασιλείου της Γέφυρας βρίσκεται στο Τοπ Αλτί, τοπωνύμιο που σημαίνει την περιοχή που βρισκόταν εντός της ακτίνας βολής των κανονιών που είχαν τοποθετηθεί στο κάστρο. Έλαβε το προσωνύμιο «Γέφυρας» γιατί απέχει, μόλις 1 χιλιόμετρο από το ιστορικό γεφύρι και για να διακρίνεται από τον άγια Βασίλειο Αγοράς.

Η πρώτη γραπτή αναφορά στο μνημείο προέρχεται από τον Σεραφείμ Ξενόπουλο ή Βυζάντιο, μητροπολίτη Άρτας τον 19ο αιώνα. Αναφέρεται ότι ο εκκλησία του αγίου Βασιλείου Γέφυρας ήταν, αρχικά το καθολικό μοναστηριού το οποίο ανακαινίστηκε το 1632 από τον ιερομόναχο, Θεόκλητο. Το 1821 λειτούργησε ως ενοριακός ναός, ενώ το 1852 δέχτηκε επεμβάσεις από Αρτινό κάτοικο, τον Δ. Βλάχο. Χτισμένος πάνω στην όχθη του Άραχθου, ο ναός ήταν ευάλωτος στις φθορές και κάποιες φορές επιχωνόταν από τις πλημμύρες του ποταμού. Τον 20ο αιώνα ήταν καταχωμένος σε βάθος έως 2 μέτρα. Ο αρχαιολόγος Π. Βοκοτόπουλος πραγματοποίησε εργασίες ανασκαφής και αποχωμάτωσης το 1969-1970, μελέτησε το μνημείο και το χρονολόγησε στα στο β΄ μισό του 9ου αιώνα διορθώνοντας την αρχική του χρονολογική τοποθέτηση στον 15ο αιώνα. Ο ναός αποτελεί ένα από τα πρώιμα μνημεία των μεσοβυζαντινών χρόνων που ανάγεται στην εποχή πριν την ίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου, μαζί με την Παναγία Κορωνησίας, την αγία Παρασκευή του Δράκου, την πρώτη φάση του ναού της αγίας Θεοδώρας κ.ά.

Αρχιτεκτονικά στοιχεία: Ο ναός έχει χτιστεί στον τύπο του ελεύθερου σταυρού όπως και η μεταγενέστερή του εκκλησία της αγίας Παρασκευής του Δράκου. Στο σημείο που συναντώνται οι κεραίες του σταυρού υψώνεται επιβλητικός, κυλινδρικός τρούλος με κωνική στέγη. Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Γ. Βελένη το επάνω τμήμα του τρούλου είναι αποτέλεσμα μεταγενέστερης επέμβασης. Έτσι εξηγείται και το, κάπως δυσανάλογο μέγεθός του σε σχέση με το ναό. Η κάτοψη του μνημείου συμπληρώνεται με τον τετράγωνο νάρθηκα, στα δυτικά που προεκτείνει την κάθετη κεραία του σταυρού. Ο νάρθηκας χωρίζεται από τον κυρίως ναό με δύο παραστάδες. Η αψίδα του ιερού είναι κυκλική και φέρει τρίλοβο παράθυρο. Οι καμάρες που διαμορφώνουν τις οροφές καλύπτονται εξωτερικά με δίριχτες στέγες για το βόρειο και νότιο σκέλος και με μονόριχτη, για το δυτικό τμήμα του κυρίως ναού και το νάρθηκα. Η είσοδος στην εκκλησία γίνεται από τη δυτική πλευρά, ενώ το λίθινο δάπεδο κατασκευάστηκε το 1969. Κατά τις ανασκαφικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν ήρθαν στο φως κιβωτιόσχημοι τάφοι στο βόρειο, το νότιο και το δυτικό σκέλος του σταυρού. Νεότερη κατασκευή αποτελεί και η Αγία Τράπεζα.

Εξωτερικός διάκοσμος: Η τοιχοδομή αποτελείται από ακανόνιστους λίθους με κομμάτια πλίνθων ή κεραμιδιών να παρεμβάλλονται ανάμεσά τους, κυρίως σε οριζόντια διάταξη. Την τοιχοποιία κοσμεί κεραμοπλαστικός διάκοσμος που παρατηρείται στον τρούλο και στην ανατολικής αψίδας. Συγκεκριμένα, τα αψιδωτά παράθυρα του τρούλου ορίζονται περιμετρικά με πλίνθινα τόξα που, με τη σειρά τους περιβάλλονται με οδοντωτή ταινία. Λίγο ψηλότερα περιτρέχει τον τρούλο ζώνη αποτελούμενη από διαγώνιες πλίνθους, ενώ οδοντωτή ταινία κοσμεί το παράθυρο της αψίδας.

Ζωγραφικός διάκοσμος: Μετά την αποχωμάτωση του ναού το 1969-1971 αποκαλύφθηκαν τέσσερις στρώσεις τοιχογραφιών που φιλοτεχνήθηκαν σε διαφορετικές εποχές. Σύμφωνα με την έρευνα, ο πρώτος ναός ήταν άγραφος. Τοιχογραφήθηκε για πρώτη φορά στο β΄ μισό του 13ου αιώνα και αφού είχε μεσολαβήσει η πρώτη του κατάχωση. Η πρώτη αυτή διακοσμητική φάση παρουσιάζει ισχυρή φθορά, διασώζει ωστόσο μεγάλο τμήμα της. Σ’ αυτήν ανήκουν οι τοιχογραφίες του ιερού με κυρίαρχη την μορφή της Παναγίας Πλατυτέρας πλαισιωμένης από δύο αγγέλους. Εντοπίζονται, επίσης οι μορφές ενός αγίου, δύο ιεραρχών και ισάριθμων διακόνων στον τοίχου του τρίλοβου παραθύρου. Αναγνωρίζεται ο πρωτομάρτυρας Στέφανος, στα αριστερά. Άλλα θέματα που διασώζονται είναι ολόσωμοι μετωπικοί άγιοι, όπως ο Παντελεήμων, ο Κοσμάς και Δαμιανός κ.ά. Η δεύτερη φάση τοποθετείται στον 16ο αιώνα και σ΄ αυτήν ανήκει μνημειακή, ολόσωμη μορφή του αγίου Βασιλείου που ευλογεί. Οι δύο νεώτερες φάσεις χρονολογούνται μετά τον 17 αιώνα. Περιλαμβάνουν παραστάσεις όπως οι άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη, η βάπτιση του Χριστού και μορφές αγίων, ολόσωμες και έφιππες.

Περισσότερα

Πρόκειται για μνημειώδη αρχαίο ναό στον οποίο βρέθηκαν ίχνη καύσης και οστά ζώων, αλλά και πλήθος πήλινων ειδωλίων και πλακιδίων – προσφορές των πολιτών προς τη λατρευόμενη θεότητα. Δυστυχώς ήδη από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια ο ναός χρησίμευσε ως λατομείο, με αποτέλεσμα να διατηρείται σήμερα μόνο μέχρι το ύψος της ευθυντηρίας του.

Το παλιό πέτρινο ρολόι, σύμβολο της πόλης μαζί με το γεφύρι της Άρτας, χτίστηκε το 1775 όταν ένας Τούρκος ονόματι Σουλτάν Μπαγιαζίτ αποφάσισε την ανέγερσή του για να ομορφύνει το παρακείμενο τζαμί.

Ο Ναός του Αγίου Βασιλείου βρίσκεται μέσα στον οικοδομικό ιστό της Άρτας, στη συνοικία της αγοράς και λίγο βορειότερα από το ναό της αγίας Θεοδώρας. Λόγω της θέσης του, αλλά και για να διακρίνεται από τον Άγιο Βασίλειο της Γέφυρας έλαβε το προσωνύμιο «της αγοράς».
Στον περίβολο του ναού ιδρύθηκε το 1662 ανώτερη Ελληνική Σχολή , η λεγόμενη και σχολή Μανωλάκη. Ονομάστηκε έτσι από τον ιδρυτή της, τον πλούσιο Καστοριανό γουνέμπορο, Φίλιππο Μανωλάκη. Η σχολή χτίστηκε με την προτροπή του πατριάρχη Ιεροσολήμων, Νεκταρίου και λειτούργησε ως το 1821 που κάηκε ο ναός. Σε αυτή δίδαξαν ονομαστοί λόγιοι της εποχής, όπως ο Σωφρόνιος Λειχούδης, ο Παΐσιος Μεταξάς και ο Γεράσιμος Παλλαδάς.
Το ναό μελέτησε και αναστήλωσε το 1936 ο Α. Ορλάνδος.

Χρονολόγηση: Σύμφωνα με τη νεώτερη έρευνα και λόγω των ομοιοτήτων που παρουσιάζει με βυζαντινά μνημεία της εποχής, ο ναός τοποθετείται χρονικά στα τέλη του 13ου αιώνα.
Αρχιτεκτονική: Ο ναός, διαστάσεων 9,38Χ4,08μ ήταν αρχικά μια μονόχωρη ξυλόστεγη βασιλική. Λίγο αργότερα, ίσως το 1300, προστέθηκαν στις μακριές πλευρές της πτέρυγες με τα παρεκκλήσια των αγίων Χρυσοστόμου και Γρηγορίου στις ανατολικές τους άκρες. Έτσι, το αρχικό απλό κτίσμα αποκτά μορφή τριμερούς διαίρεσης. Η αψίδα του κεντρικού, αρχικού χώρου είναι τρίπλευρη με αμβλείες τις πλευρές, ενώ η κόγχη του διακονικού διαμορφώνεται στο πάχος του τοίχου. Η στέγη είναι δίριχτη με το ανατολικό αέτωμα και τον δυτικό τοίχο να εξέχουν πάνω από το επίπεδό της. Η αρχιτεκτονική αυτή ιδιομορφία συναντάται σε μνημεία αυτής της εποχής όπως είναι ο ναός της αγίας Θεοδώρας. Στη δυτική πλευρά του ναού υπήρχε παλαιότερα προστώο , πιθανόν ξυλόστεγο.
Οι πτέρυγες που πλαισιώνουν το ναό χωρίζονται με εγκάρσιους τοίχους σε τρεις χώρους. Οι μεσαίοι στεγάζονται με καμάρα και οι ακρινοί με χαμηλότερες μονόριχτες στέγες. Οι κόγχες τους στα ανατολικά είναι πεντάπλευρες και εμφανώς μικρότερες από την κεντρική.
Η είσοδος στην εκκλησία γίνεται από τα δυτικά, ενώ με θυραία ανοίγματα επιτυγχάνεται η επικοινωνία του κυρίως ναού με τα παρεκκλήσια στον εσωτερικό χώρο.

Εξωτερικός διάκοσμος: Η τοιχοδομία ακολουθεί το βυζαντινό πλινθοπερίκλειστο σύστημα (λαξευμένοι δόμοι που περιβάλλονται από πλίνθους) και φέρει πλούσια κεραμοπλαστική διακόσμηση, κυρίως στην ανατολική και βόρεια πλευρά. Πλίνθινες ζώνες με μαιάνδρους και ψαροκόκαλο εντοπίζονται στην ανατολική πλευρά. Οδοντωτές ταινίες και ζώνες με πολύχρωμα εφυαλωμένα πλακίδια κοσμούν τη βόρεια πλευρά. Εξαιρετικό είδος τέχνης αποτελούν και οι δύο πήλινες εφυαλωμένες εικόνες στον ανατολικό αέτωμα, έργα του 14ου αιώνα μ.Χ.. Έχουν διαστάσεις 39Χ42εκ και αποδίδουν τη Σταύρωση και τους τρεις Ιεράρχες.
Γλυπτός διάκοσμος: Περιορισμένος είναι ο γλυπτός διάκοσμος του ναού. Κορινθιακά κιονόκρανα κοσμούν τους κιονίσκους στα δίβολα παράθυρα που ανοίγονται στις μακριές πλευρές του κυρίως ναού. Στην ανατολική πλευρά του βορείου παρεκκλησίου υπάρχει εντοιχισμένο σε δεύτερη χρήση μαρμάρινο κιονόκρανο με ανάγλυφο σταυρό και φύλλα άκανθα. Πιθανώς, προέρχεται από κάποιο παλαιοχριστιανικό οικοδόμημα της περιοχής.
Ζωγραφικός διάκοσμος: Ο ναός κοσμείται εσωτερικά με πλούσιο εικονογραφικό πρόγραμμα που οργανώνεται σε τέσσερις ζώνες. Στην κόγχη του ιερού εικονίζεται η Παναγία Πλατυτέρα και ιστορούνται ευαγγελικές σκηνές όπως αυτή της συνάντησης του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα, της Ανάληψη και της Πεντηκοστής, αλλά και συμβολικές παραστάσεις, όπως η Αγγελική Λειτουργία. Στους τοίχους του ναού αποδίδονται θέματα αγίων, ολόσωμων ή σε μετάλλια και πολλές σκηνές από τον χριστολογικό κύκλο, τον κύκλο των παθών , τον βίο της Παναγίας.
Οι τοιχογραφίες χρονολογούνται τον 17ο αιώνα, και φέρουν αρκετές φθορές. Η έκδηλη διάθεση για απόδοση φυσιοκρατικών χαρακτηριστικών και τα έντονα, ρεαλιστικά χαρακτηριστικά των προσώπων φανερώνουν επιρροές από τη Δύση.

Περισσότερα

Η πόλη: Η Αμβρακία ιδρύθηκε ως αποικία των Κορινθίων το 625 π.Χ. στην εύφορη πεδιάδα που ορίζεται από τα βόρεια πρανή του λόφου της Περάνθης και τον πλωτό ποταμό Άραχθο που την περιτρέχει στο μεγαλύτερο μέρος της. Τη φυσική οχύρωση ενίσχυαν τα τείχη της που υπολογίζονται σε 4.5χλμ, μήκος. Εκτός από τον πλούτο της γης της, η πόλη κατείχε προνομιακή γεωγραφική θέση, καθώς βρισκόταν κοντά στην θάλασσα του Αμβρακικού και στην μόνη διέξοδο της Ηπείρου προς το Νότο. Στο εσωτερικό των τειχών, ο γεωμετρικός πολεοδομικός ιστός διαμόρφωνε μεγάλες οικιστικές νησίδες, διαστάσεων 150Χ30 μέτρων που χωρίζονταν από ευρείς οδικούς άξονες πλάτους, έως 5 μέτρων. Προς τα βορειοδυτικά αναπτύσσονταν οι δημόσιοι χώροι με την αγορά και τους ναούς. Η αρχαία πόλη εντοπίζεται κάτω από τη σημερινή πόλη της Άρτας και καταλαμβάνει το ήμισυ της έκτασής της.

Η δυτική νεκρόπολη και η ιερά οδός: Έξω από τα τείχη της Αμβρακίας, στις ανατολικές και δυτικές παρυφές του λόφου της Περάνθης εκτείνονταν οι δύο νεκροπόλεις που βρίσκονταν σε συνεχή χρήση από την εποχή της ίδρυσης της πόλης μέχρι την παρακμή της. Μεγαλύτερο και εντυπωσιακότερο ήταν το δυτικό νεκροταφείο που ήταν οργανωμένο κατά μήκος της ιεράς οδούς. Η ταφική αυτή λεωφόρος, πλάτους 10-12μ οδηγούσε από την νότια πύλη της οχύρωσης στον Άμβρακο, το επίνειο της πόλης στον Αμβρακικό κόλπο. Στο ανατολικό τμήμα της ήταν πλακόστρωτη με υπερυψωμένο πεζοδρόμιο και στο δυτικό στρωμένη με αδρανή υλικά, όπως χαλίκι, λατύπη και τριμμένο κεραμίδι. Ως σήμερα έχει αποκαλυφθεί τμήμα της κοντά στο Εθνικό Στάδιο, μήκους 300μ.

Την ιερά οδό πλαισίωναν μνημειακοί ταφικοί περίβολοι και ταφές σε διάφορα επίπεδα. Συνηθέστερος τρόπος ταφής ήταν ο ενταφιασμός σε απλό λάκκο ή κιβωτιόσχημο τάφο κατασκευασμένο από ασβεστολιθικές πλάκες. Οι κιβωτιόσχημοι τάφοι συχνά ήταν οικογενειακοί, ενώ συχνή ήταν η καύση του νεκρού. Τα τεφροδόχα αγγεία όπου κατέληγαν τα λείψανα από τις καύσεις τοποθετούνταν σε τετράγωνες ταφικές θήκες ή θάβοντας σε τάφους λακκοειδείς ή κιβωτιόσχημους. Οι νεκροί συνοδεύονταν από κτερίσματα και τους τάφους σήμαιναν επιτύμβιες στήλες όπου αναγράφεται το όνομά τους. Οι ενεπίγραφες αυτές ταφικές στήλες από εγχώριο ασβεστόλιθο αποτελούν μοναδικό σύνολο για τα δεδομένα της Ηπείρου. Χαρακτηριστικό τους είναι η λιτή πλαστική διακόσμηση που περιορίζεται σε κλάδους κισσού, ελιάς ή βελανιδιάς και η συχνή αναγραφή του πατρώνυμου δίπλα από το όνομα του νεκρού. Σπάνια σημειώνεται το εθνικό, το επάγγελμα ή η επίκληση «ΧΑΙΡΕ». Οι επιτύμβιες στήλες της Αμβρακίας κατασκευάζονται μεταξύ 500 και 200 π.Χ από ντόπιους τεχνίτες.

Πολυάνδριο: Από τα σημαντικότερα μνημεία της δυτικής νεκρόπολης είναι το λεγόμενο Πολυάνδριο, ένα κενοτάφιο κοντά στην πύλη της πόλης που διασώζει στην επιγραφή της πρόσοψής του της αρχαιότερη αναφορά στο όνομα της Αμβρακίας.

Περισσότερα

Το μοναστήρι της Κάτω Παναγιάς στην όχθη του ποταμού Αράχθου, είναι χτισμένο σε υψόμετρο 40μ, στους πρόποδες του λόφου της Περάνθης, νότια της Άρτας και πάνω στην επαρχιακή οδό, Άρτας Κομμένου που οδηγεί στα καμποχώρια.
Αφιερωμένο στο Γενέσιο της Θεοτόκου, πήρε στα νεώτερα χρόνια την προσωνυμία «Κάτω Παναγιά», πιθανότατα για να διακρίνεται από τον ναό της Παναγίας της Παρηγορήτισσας που δεσπόζει στο ψηλότερο σημείο της πόλης. Σε παλαιότερες πηγές, κατά την οθωμανική περίοδο αναφέρεται και ως «Μονή κατά την οδόν της Βρύσεως».

Ίδρυση – χρονολόγηση-ιστορικές αναφορές: Κτίστηκε στα μέσα του 13ου αιώνα από τον δεσπότη Μιχαήλ Β’ Κομνηνό Δούκα, όπως μας πληροφορεί η αρχαιότερη γραπτή πηγή, που προέρχεται από τον μοναχό Ιώβ Μελία, βιογράφο της αγίας Θεοδώρας και σύγχρονο του ηγεμόνα. Σύμφωνα με την ίδια γραπτή παράδοση, ο Μιχαήλ Β’ Δούκας ίδρυσε την μονή, μαζί με το μοναστήρι της Παναγίας Παντάνασσας, σε ένδειξη μεταμέλειας για την μοιχεία που διέπραξε και την εξορία της συζύγου, Θεοδώρας, μετέπειτα αγίας και σημερινής πολιούχου της Άρτας. Τον δεσπότη Μιχαήλ Β’ υποδεικνύουν ως κτήτορα της μονής και μεταγενέστερες ενθυμήσεις (σύντομα κείμενα ανώνυμων συγγραφέων που αναφέρονται σε χρονολογίες και σημαντικά γεγονότα), καθώς και ύστερη επιγραφή στο υπέρθυρο της βόρειας εισόδου.

Η ίδρυση του μοναστηριού της Γενέσεως της Θεοτόκου συμπίπτει με την εποχή της ακμής του Δεσποτάτου της Ηπείρου και σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες είχε συνεχή δράση μέσα στο χρόνο. Ο μητροπολίτης Άρτας του 19ου αιώνα, Σεραφείμ Ξενόπουλος αναφέρει ότι τον 15ο αιώνα ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Β΄ (1447-1512) φιλοξενήθηκε στη μονή και επικύρωσε με φιρμάνι την κτηματική περιουσία της. Το 16ο αιώνα ο πατριάρχης Ιερεμία Β΄ προσαρτά ως μετόχι στην Κάτω Παναγιά, το μοναστήρι της Παναγίας Παρηγορήτισσας που τότε βρισκόταν σε παρακμή. Το γεγονός αναφέρετε σε σιγίλιο (επίσημο έγγραφο) του πατριάρχη, το έτος 1578. Στην ίδια πηγή το μοναστήρι αναφέρεται ως ανδρική, βασιλική πατριαρχική μονή, ενώ λίγο αργότερα, το 1604, με σιγίλιο του πατριάρχη Ραφαήλ Β΄ η Κάτω Παναγιά προσαρτά και τη μονή των αγίων Αποστόλων.

Περισσότερα

Η σαφής αναφορά του Διονυσίου Αλικαρνασσέως τον 2ο μ.Χ. αιώνα για την ύπαρξη και τη θέση του μικρού θεάτρου της Αμβρακίας αποτέλεσε σημαντική πηγή για την ταύτισή του.

Έρευνα : Ανασκάφηκε για πρώτη φορά το 1976, μετά από ολιγόμηνη έρευνα σε οικόπεδο επί της οδού Αγ. Κωνσταντίνου και με αφορμή την εκσκαφή θεμελίων για την ανέγερση νέας οικοδομής. Οι ανασκαφικές εργασίες ξεκίνησαν εκ νέου το 2011 και συνεχίστηκαν στο πλαίσιο του ενταγμένου στο ΕΣΠΑ έργου «Εργασίες Ανάδειξης και Διαμόρφωσης του αρχαιολογικού χώρου του Μικρού Θεάτρου της αρχαίας Αμβρακίας» (2014-2020)
Θέση: Το μικρό θέατρο, είναι το μικρότερο σωζόμενο θέατρο στον ελλαδικό χώρο που γνωρίζουμε. Βρέθηκε κοντά στον Άγιο Κωνσταντίνο και εντάσσεται στο διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο της αρχαίας πόλης όπως φανερώνουν τα δημόσια κτήρια που εντοπίστηκαν στην γύρω περιοχή. Από τα σημαντικότητα είναι ο υστεροαρχαϊκός ναός του Απόλλωνα επί της οδού Βασιλέως Πύρρου, το Μεγάλο Θέατρο στην οδό Τσακάλωφ και το Πρυτανείο, που διατηρείται σε κατάχωση κάτω από την πλατεία και το ναό της Αγίας Θεοδώρας. Επιπλέον, στον περιβάλλοντα χώρο του θεάτρου εντοπίστηκε τμήμα του οικοδομικού ιστού της αρχαίας πόλης και πλακόστρωτη οδός.

Κατασκευή: Το θέατρο δεν κατασκευάσθηκε σε φυσικό ύψωμα όπως ήταν η συνήθεια, αλλά σε επιχωματωμένο πρανές πάνω στα κατάλοιπα λουτρικού συγκροτήματος με βοτσαλωτά ψηφιδωτά που χρονολογείται στα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα. Ισχυρός αναλημματικός τοίχος στηρίζει και οριοθετεί το θέατρο στα ανατολικά του.

Από το μνημείο έχουν αποκαλυφθεί μέρος του κοίλου και των παρόδων, η ορχήστρα και το δυτικό τμήμα του στυλοβάτη του προσκηνίου.
Το κοίλο, κατασκευασμένο από καλής ποιότητας ασβεστόλιθο, το διατρέχουν ακτινωτά δύο κλίμακες που το διαιρούν σε τρεις κερκίδες με πέντε σειρές εδωλίων, ενώ είναι πιθανότατη η ύπαρξη άλλης μιας σειρά. Τα εδώλια ήταν λίθινα, ενώ είναι αξιοσημείωτη η απουσία προεδρίας, δηλαδή επισήμων θέσεων στην πρώτη σειρά. Στις δύο πλάγιες κερκίδες σώζονται τρεις σειρές εδωλίων και στη κεντρική τέσσερις.
Η ορχήστρα έχει σχήμα τέλειου κύκλου, με διάμετρο 6,70 μ.
Το προσκήνιο ήταν λίθινο κτίσμα μήκους 10 μ.. Την πρόσοψή του κοσμούσαν πιθανότατα έξι ιωνικοί ημικίονες, ενώ ένας πλακοσκεπής αγωγός ομβρίων υδάτων διέτρεχε όλο του το μήκος.

Χρονολόγηση: Σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά στοιχεία το μικρό θέατρο, χτίστηκε στα τέλη του 4ου – αρχές 3ου αι. π.Χ., κατά την περίοδο της βασιλείας του Πύρρου, δηλαδή κατά την περίοδο της ακμής της Αμβρακίας, όταν η πόλη γίνεται πρωτεύουσα του βασιλείου.
Το μεγάλο θέατρο: Το μεγάλο θέατρο της Αμβρακίας, όπως έχει ήδη αναφερθεί, βρισκόταν σε κοντινή απόσταση. Δεν είναι, όμως δυνατό να αποκαλυφθεί και τα στοιχεία που γνωρίζουμε γι’ αυτό είναι ελάχιστα. Η θέση του έχει εντοπιστεί μέσα στον αστικό ιστό της Άρτας, αλλά δυστυχώς η γειτνίασή του με τα σύγχρονα οικοδομήματα δεν αφήνει κανένα περιθώριο για περαιτέρω εξερεύνηση.

Περισσότερα

Η εκκλησία της Παρηγορήτισσας, αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, αναμφίβολα είναι από τα πιο σημαντικά μνημεία της Άρτας και κατέχει εξέχουσα θέση στην ιστορία της βυζαντινής τέχνης. Παλαιότερα υπήρξε καθολικό μεγάλου μοναστηριού, από το οποίο σώζονται επίσης η τράπεζα και 16 κελιά. Η σημερινή της μορφή οφείλεται στις εργασίες που έγιναν στο μνημείο από το Νικηφόρο Κομνηνό Δούκα και τη σύζυγό του Άννα Παλαιολογίνα στα τέλη του 13ου.

Ο πρωτότυπος αρχιτεκτονικός τύπος του ναού συνδυάζει τον οκταγωνικό στο ισόγειο με τον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου στον όροφο. Ο κυρίως ναός, τετράγωνης κάτοψης και πυργοειδούς μορφής απολήγει ανατολικά σε τρεις τρίπλευρες αψίδες. Δυτικά υπάρχει ορθογώνιος νάρθηκας, ενώ βόρεια και νότια το ναό πλαισιώνουν σε σχήμα Πι δύο συμμετρικά παρεκκλήσια, αφιερωμένα αντίστοιχα στους Ταξιάρχες και τον Αγίου Ιωάννη Πρόδρομο. Χαρακτηριστικό του ναού αποτελεί το πρωτότυπο σύστημα στήριξης του τρούλου, που δεν έχει εφαρμοσθεί σε άλλα μνημεία. Στις οκτώ παραστάδες του ισογείου εδράζονται από δύο επάλληλες καθ΄ύψος σειρές κιόνων, που με τη χρήση προβόλων οι οποίοι είναι τοποθετημένοι κατά το εκφορικό σύστημα, στηρίζουν με τη βοήθεια τεσσάρων καμαρών τον κεντρικό τρούλο. Πάνω από το νάρθηκα και τα παρεκκλήσια υπάρχει γυναικωνίτης, που επίσης απολήγει ανατολικά σε δύο κόγχες. Περιβάλλει τον κυρίως ναό από τις τρεις πλευρές του και φέρει τρία μεγάλα δίλοβα παράθυρα, που επιτρέπουν την οπτική επαφή με το εσωτερικό του ναού.Σοβαρές ενδείξεις οδηγούν στην άποψη ότι ο γυναικωνίτης παρέμεινε ημιτελής. Ο ναός εκτός από τον κεντρικό τρούλο στεγάζεται με τέσσερις τρουλίσκους στις γωνίες ενώ στον υπόλοιπο χώρο εναλλάσσονται σταυροθόλια και φουρνικά.

Περισσότερα

Ο ναός της αγίας Θεοδώρας βρίσκεται στο κέντρο της Άρτας. Η περιοχή ταυτίζεται με το πολύβουο κέντρο της βυζαντινής πρωτεύουσας, στη συνοικία της κάτω πόλης.

Πρόκειται για ένα από τα πλέον σημαντικά μνημεία της Άρτας, όχι μόνο για τη μορφολογία του, αλλά, κυρίως γιατί αυτός ο ναός είναι σαν ζωντανή σύνδεση της σημερινής πόλης με το βυζαντινό παρελθόν της, αφού είναι αφιερωμένος στην βασίλισσά της, την δική της Αγία Θεοδώρα. Η εκκλησία έχει ξεχωριστή, συναισθηματική διάσταση για τον Αρτινό, καθώς τον δένει με τον παρελθόν του σαν ένα είδους μυστικής σχέσης, μια εσωτερική επικοινωνία με τους δημιουργούς, τους ανθρώπους του Δεσποτάτου και τα σύμβολά του. Για τον επισκέπτη αυτή η σχέση γίνεται εμφανής καθώς παρασύρεται από τον κόσμο του μνημείου που του ανοίγει ένα παράθυρο στους χρόνους της ακμής του Δεσποτάτου.

Γραπτές αναφορές-μελέτες: Οι γραπτές μαρτυρίες για το ναό, κατά την βυζαντινή περίοδο, προέρχονται από τον μοναχό Ιώβ Μελία (13ος αιώνα), σύγχρονο του ηγεμόνα Μιχαήλ Β΄ Κομνηνού Δούκα και βιογράφο της Αγίας Θεοδώρας, συζύγου του δεσπότη. Το μνημείο αναφέρεται πάλι σε κειμενικές μαρτυρίες τον 17ο αιώνα από τον Τούρκο περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή που πληροφορεί ότι η εκκλησία είχε μεγάλο πλούτο αφιερωμάτων που προερχόταν από όλη την Φραγκιά, τόσο που οι τουρκικές αρχές εισέπρατταν δικαιώματα φύλαξης. 200 ιερείς υπηρετούσαν στην εκκλησία και προσέφεραν τροφή και στέγη στους περαστικούς.
Το ναό μελέτησε συστηματικά και δημοσίευσε ο Αναστάσιος Ορλάνδος το 1936, ενώ είχε προηγηθεί εκτενής μελέτη του G Millet. Παλιότερα είχαν ασχοληθεί με το μνημείο ο Γ. Λαμπάκης και ο αρχιμανδρίτης Αντώνιος που στα τέλη του 19ου έκανε τα πρώτα σκαριφήματα.

Περισσότερα

Το κάστρο: Το βυζαντινό κάστρο της Άρτας καταλαμβάνει ύψωμα στην βορειανατολική πλευρά της πόλης και ενσωματώνει τμήματα της αρχαίας οχύρωσης της Αμβρακίας. Η στρατηγική σημασία της θέσης είχε διαγνωστεί από τους αρχαίους Αμβρακιώτες που το συμπεριέλαβαν στην ισχυρή οχύρωση της κάτω πόλης ακολουθώντας τη βόρεια καμπή του Αράχθου. Το κάτω μέρος αυτού του τείχους με τους κολοσσιαίους λαξευμένους λίθους διακρίνεται στην ανατολική και βόρεια πλευρά του βυζαντινού κάστρου που πάτησε πάνω σε θεμέλια και τμήμα της ανωδομής του.

Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, κατά τα μεσοβυζαντινά χρόνια σωζόταν η αρχαία οχύρωση σε αρκετό ύψος, ικανό να οριοθετεί την πόλη και να παρέχει προστασία στους κατοίκους. Παρόλο που δεν γνωρίζουμε, ούτε την έκταση της βυζαντινής πόλης, ούτε την πραγματική αμυντική αποτελεσματικότητα των αρχαίων τειχών, φαίνεται ότι η ύπαρξη τους ήταν ένας σημαντικός λόγος που το βυζαντινό κάστρο είναι σχετικά μικρών διαστάσεων. Σε αντίθεση με άλλες πόλεις της εποχής, όπως τα Γιάννενα, ο Μυστράς, η Μονεμβασιά, οι Ρωγοί κ.ά. δεν περιέβαλε ολόκληρη την πόλη. Ήταν το διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο και έδρα των ηγεμόνων του Δεσποτάτου, ενώ οι κάτοικοι κατέφευγαν σ’ αυτό μόνο σε περίπτωση ανάγκης.

Σύμφωνα με νεώτερα στοιχεία το κάστρο της Άρτας χρονολογείται στη μεσοβυζαντινή περίοδο και μαζί με την αρχαία οχύρωση συνέβαλε δυναμικά στην πολεοδομική εξέλιξη της βυζαντινής πόλης. Αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα βυζαντινής οχυρωματικής τέχνης και εντυπωσιακό κατάλοιπο της μεσαιωνικής Άρτας. Κατά τη διάρκεια των αιώνων δέχτηκε ανακαινίσεις, προσθήκες, επισκευές.
Αποτελείται από τρία μέρη:

  1. το κυρίως φρούριο
  2. δύο μικρά εξωτερικά περιτειχίσματα κτισμένα σε χαμηλότερο επίπεδο
  3. το εσωτερικό οχυρό ή Ακρόπολη που βρίσκεται στα αριστερά της κεντρικής πύλης.

Το σχήμα του είναι ακανόνιστο πολύγωνο (μεγίστου μήκους 280μ. και πλάτους 175μ.) που διακόπτεται ανά 25μ. από ημικυκλικούς, τριγωνικούς ή πολυγωνικούς πύργους, με εξαίρεση το ανατολικό τμήμα που πατά πάνω στο αρχαίο τείχος. Έχει πάχος 2,50 μέτρα. Το ύψος του φτάνει τα 10 μέτρα και στέφεται από επάλξεις, πίσω απ’ τις οποίες υπάρχει ο περίδρομος για τους πολεμιστές. Η τοιχοδομή του είναι απλή, με ακανόνιστα λαξευμένες, μικρές πέτρες και παρεμβολή πλίνθων που έχουν καλυφθεί από μεταγενέστερο κονίαμα. Πιο επιμελημένη βυζαντινή τοιχοποιία, στον τύπο της ισόδομης, πλινθοπερίβλητης, εντοπίζεται στο πάνω τμήμα της δυτικής πλευράς του κάστρου, ενώ στην ανατολική πλευρά του εσωτερικού οχυρού υπάρχει και πλίνθινη διακόσμηση.
Στο Χρονικό των Τόκκων (14ος -15ος αιώνας) αναφέρεται ότι έξω από την πύλη του κάστρου απλωνόταν η αγορά, το « Μπόριον» ή «Εμπόριον» που πλαισιωνόταν από σπίτια και κήπους και πρέπει να εκτείνονταν κατά μήκος του κεντρικού δρόμου που οδηγούσε στο κάστρο. Γι’ αυτό και η περιοχή αυτή προσέλκυσε από νωρίς (12ο αιώνας) Εβραίους, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εκεί και έδωσαν το όνομα στη συνοικία – Εβραίικα. Κατά την οθωμανική περίοδο το κάστρο έχασε τη σημασία του και για μεγάλο χρονικό διάστημα χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή όπου φυλακίστηκε και ο στρατηγός Μακρυγιάννης.

Το Ξενία: Σε κεντρικό σημείο, στο εσωτερικό του κάστρου, βρίσκεται το παλαιό ξενοδοχείο ΞΕΝΙΑ της Άρτας που αποτελεί το σημαντικότερο και πιο πολυσυζητημένο κτήριο του Νομού. Ένα κτήριο μοντέρνο για την εποχή του, κατασκευάστηκε το 1958, με δαπάνη του ΕΟΤ από τον αρχιτέκτονα και καθηγητή ΕΜΠ, Διονύση Ζήβα.

Το ξενοδοχείο περιελάμβανε, μόλις 20 δωμάτια. Στο μεγαλύτερο μέρος του διαμορφωνόταν μεγάλοι χώροι εκδηλώσεων. Έκλεισε οριστικά το 1992.
Μετά από χρόνια εγκατάλειψης που κατέστησε το κτίριο σχεδόν μη επισκέψιμο κατατέθηκε το 2020 αρχιτεκτονική πρόταση (Ξενία 2020) για αξιοποίηση του ΞΕΝΙΑ Άρτας. Η πρόταση αποσκοπεί στην πλήρη αξιοποίηση του κτηρίου και του περιβάλλοντος χώρου, ώστε να φιλοξενεί ποικίλες δράσεις πολιτισμού, ψυχαγωγίας, παιδείας και αναψυχής.

Τέλος, σε χώρο στο εσωτερικό του κάστρου γίνονται κάθε καλοκαίρι διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Περισσότερα

Το γεφύρι της Άρτας είναι από τα σημαντικότερα ελληνικά γεφύρια, γνωστό, όχι μόνο στην Ελλάδα και τη Βαλκανική, αλλά και σε άλλες χώρες, για την αρχιτεκτονική του αρτιότητα και το θρύλο του πρωτομάστορα.

Ιστορικά: Η ιστορία του γεφυριού αρχίζει πριν τους ρωμαϊκούς χρόνους, πιθανόν από την εποχή του βασιλιά της Ηπείρου, Πύρρο (3 αιώνας π.Χ) . Την άποψη αυτή ενισχύει η δόμηση των βάθρων του με μεγάλους λίθους, κατά το ισοδομικό σύστημα. Η αρχαιότερη γραπτή αναφορά θεωρείται ότι προέρχεται από τον Πλίνιο (1ος αιώνας μ.Χ.). Οι ολιγοήμερες ανασκαφές που διεξάγονται κάθε χρόνο στην κοίτη του ποταμού, όταν διακόπτεται η ροή του, αναμένεται να αποκαλύψουν στοιχεία, τόσο για τα τη θέση της κοίτης κατά την αρχαιότητα, όσο και για το ίδιο το γεφύρι.
Κατά τη διάρκεια των αιώνων το γεφύρι της Άρτας υπέστη διάφορες επισκευές και προσθήκες. Η τελευταία έγινε το 1612. Η σημερινή του μορφή ανάγεται μεταξύ 1602 και 1606. Σύμφωνα με τον Σεραφείμ Ξενόπουλος , μητροπολίτη Άρτας τον 19ο αιώνα, γνωστός και ως Βυζάντιος, τη χρηματοδότηση της κατασκευής του γεφυριού είχε αναλάβει ο Ιωάννης Θιακογιάννης ή Γυφτοφάγος, παντοπώλης από την Άρτα. Φαίνεται ότι ο χορηγός είχε προσωπικό ενδιαφέρον για το έργο, εφόσον ήταν έμπορος και η εύκολη διάβαση του Αράχθου θα διευκόλυναν τις δραστηριότητές του.

Περιγραφή: Το γεφύρι της Άρτας έχει, σήμερα συνολικό μήκος 142 μ. και πλάτος, 3,75 μέτρα. Αποτελείται από εφτά καμάρες. Οι τέσσερις είναι μεγάλες, ημικυκλικές, χωρίς καμία συμμετρία. Το μεγαλύτερο τόξο έχει άνοιγμα 24 μ. και ύψος 11,70. Οι υπόλοιπες έχουν πλάτος: 15.80, 15.40 και 16.20 μ.. και ύψος τόξου, 9.00, 9.60, και 9.30 μ., αντίστοιχα.

Λογοτεχνία και θρύλοι: Ο θρύλος του γεφυριού για τη γυναίκα του πρωτομάστορα που την στοίχειωσε για να το θεμελιώσει, έγινε θέμα πολλών λαογραφικών μελετών και ενέπνευσε πάμπολλα θεατρικά έργα, όπερες, ζωγραφικούς πίνακες και γκραβούρες.
Στην ανατολική άκρη του γεφυριού υπάρχει ο «πλάτανος του Αλή». Λέγεται ότι ο Αλή – Πασάς των Ιωαννίνων κρεμούσε εκεί τους αγωνιστές του 1821 και έπειτα καθόταν στον ίσκιο του και απολάμβανε το μακάβριο θέαμα. Στο γεγονός αυτό αναφέρεται το δημοτικό τραγούδι: «Τι έχεις καημένε πλάτανε και στέκεις μαραμένος με τις ριζούλες στο νερό; Αλή πασάς επέρασε και δεν μπορώ να πιώ».

Περισσότερα

Το κτίριο που στεγάζει το μουσείο είναι ένα διώροφο νεοκλασικό οίκημα πλάι στο Γεφύρι. Χτισμένο το 1864 από αυστριακό αρχιτέκτονα, χρησιμοποιήθηκε αρχικά ως φυλάκιο της γέφυρας και αργότερα ως μεθοριακός σταθμός των Τούρκων, όταν μετά τη συνθήκη του 1881 τα σύνορα της Ελλάδας και της Τουρκίας ήταν στη μέση του Γεφυριού της Άρτας.

30.000 περίπου τίτλοι βιβλίων κοσμούν τη βιβλιοθήκη του «ΣΚΟΥΦΑ», η οποία διαθέτει σπανιότατες και ξεχωριστές εκδόσεις. Πλάι στις μοναδικής ιστορικής αξίας εκδόσεις, υπάρχουν πάμπολλοι τίτλοι βιβλίων για τους μυημένους στη λογοτεχνία και τον κόσμο της. Οι πόρτες της είναι πάντα ανοιχτές στους μαθητές των σχολείων για να τους ξεναγήσει στο γοητευτικό κόσμο της λογοτεχνίας.

Το Ιστορικό Μουσείο του Συλλόγου «Σκουφάς» έχει θέμα την ιστορία της Άρτας από την αρχαιότητα έως την σύγχρονη εποχή. Mέσα στο χώρο του μουσείου δημιουργήθηκαν σκηνογραφικές συνθέσεις με τη βοήθεια των οποίων ο επισκέπτης, περνώντας από τη μια αίθουσα στην άλλη, παρακολουθεί κατά χρονολογική σειρά και μαθαίνει την ιστορία της Άρτας με τρόπο ευχάριστο και κατανοητό.

Τουριστικός Χάρτης